Το κέντρο της Αθήνας το αγαπώ πολύ. Παρ’ όλη τη φασαρία και πολυκοσμία, υπάρχουν μερικά σημεία που μπορείς να πάρεις μια γεύση για το πως ήταν μερικές δεκαετίες πίσω.
Κάποιο στενάκι στη Πλάκα, κάποιο αρχοντικό, που η μόνη ένδειξη που μπορεί να μαρτυρήσει την ηλικία του είναι μερικές ρωγμές στους τοίχους, μαζί με τα ασφυκτικά φύλλα των κισσών που το διακοσμούν, κάποιος χαμογελαστός ηλικιωμένος που αρνείται να παρατήσει τη λατέρνα του και όλα εκείνα τα μαγαζάκια που μπορείς να βρεις από παλιές αντίκες, μέχρι σκονισμένα τεράστια βιβλία, τα οποία θα ζήλευε κάθε βιβλιοθήκη.Σε μία εξόρμηση με αναζήτηση ένα vintage επιπλάκι για την είσοδο του σπιτιού μου, είπα να ψάξω για μερικά βιβλία μπας και μεγαλώσω τη συλλογή μου. Δεν ήθελα να πάω σε καμία γνωστή αλυσίδα βιβλιοπωλείων.
Έβαλα σε αναζήτηση στο κινητό ΠΑΛΑΙΟΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΑ ΑΘΗΝΑ και αμέσως ενημερώθηκα για μερικά μαγαζιά-διαμάντια, όπου δυστυχώς για μένα, αγνοούσα παντελώς την ύπαρξη τους.
Έτσι όπως άφηνα τα δρομάκια να με παρασύρουν, βρέθηκα στη μικρή πλατεία Αβησσυνίας, κάτω απ το Μοναστηράκι. Στο βάθος είδα κάτι ντάνες από βιβλία, σα να με περίμεναν. Βρίσκονταν πάνω σε τέσσερις ή πέντε καρότσες, το ένα πάνω στ’ άλλο με μεγάλη προσοχή και λεπτομέρεια. Σήκωσα το κεφάλι να δω τι είδους μαγαζί είναι αυτό, αλλά αντίκρισα μιά αποθήκη με περισσότερα βιβλία και μιά περίεργη διακόσμηση.
Έξω από το μαγαζί, πάνω σε μιά ταλαιπωρημένη δερμάτινη καρέκλα καθόταν ο Γιάννης, όπως έμαθα αργότερα το όνομά του. Στην αρχή είπαμε απλώς μια καλησπέρα. Τα βιβλία που είχα στα χέρια μου με είχαν αφήσει με το στόμα ανοιχτό. Θεατρικά έργα, φυλλάδια παραστάσεων από την Επίδαυρο, ιατρικά και επιστημονικά βιβλία, γραμματόσιμα και παλιές φωτογραφίες. Εκεί μέσα μπορούσες να βρεις χωρίς υπερβολή τα πάντα. Ο Γιάννης δε με ενόχλησε καθόλου όση ώρα έψαχνα.
Βιβλία που εκδόθηκαν πολλές δεκαετίες πίσω, με θεματολογία που δε βρίσκεις εύκολα και με τιμές που κυμένονταν από 15 ευρώ έως και 500, σε μαγαζί χωμένο δίπλα στα παλαιοπωλεία της Αθήνας, με έναν άντρα γύρω στα 50, οπότε αναπόφευκτα προσπάθησα να κάνω μερικούς υπολογισμούς μπας και καταλάβω πόσο καιρό ήταν εκεί, αν και οριακά θα στοιχημάτιζα πως ανήκε στον πατέρα του πρωτίστως.
-Πόσο καιρό το έχετε το μαγαζί, ρωτάω.
– Πέντε μήνες, μου απαντάει.
Μη περιμένοντας αυτή την απάντηση, ξεκίνησαν οι ερωτήσεις τι, που, πότε, γιατί και πως τέλος πάντων ένα μαγαζί που λειτουργεί μόνο πέντε μήνες, μπορεί και έχει μέσα βιβλία από πρώτες εκδόσεις, έως και υπογραφές των συγγραφέων στη πρώτη σελίδα;!
Ο Γιάννης μου μίλησε για δύο απώλειες που του στοίχισαν πολύ και τον έκαναν να δει τη ζωή με άλλο μάτι και να μοιραστεί το πάθος και την αγάπη του με τον υπόλοιπο κόσμο. Τα δύο του σκυλάκια, έφυγαν απ’ τη ζωή με απόσταση δύο μήνες το ένα από το άλλο, πράγμα που δε μπορούσε να αντέξει σα σκέψη.
Μη σας βαρύνω με λεπτομέρειες. Το μόνο που χρειάζεται να ξέρετε είναι πως το πάθος του Γιάννη ήταν να αγοράζει και να διαβάζει βιβλία από μικρό παιδί, παρ’ όλο που επαγγελματικά ασχολήθηκε σε Αυστραλία και Αμερική με επενδύσεις και κάτι άλλα πράγματα που δε τα κατάλαβα, ακόμα κι αν προσπάθησε να μου τα εξηγήσει, τον οδήγησε στο να ανοίξει αυτό το μικρό, αλλά ταυτόχρονα τόσο συναρπαστικό μαγαζί. Κυριολεκτικά, όταν ανακαλύπτεις τα βιβλία που έχει εκεί μέσα, είναι σα να ταξιδεύεις στο χρόνο και να χοροπηδά από δεκαετία σε δεκαετία.
Ξεκίνησε να μου λέει για τα αμέτρητα ταξίδια που έχει κάνει, τα εκατομμύρια σε λεφτά που έχει βγάλει, τα αμάξια που έχει οδηγήσει και άλλα πολλά, όμως εμένα μου ακούγονταν πολύ περίεργα όλα αυτά, αφού μπροστά μου είχα έναν φανερά κουρασμένο άνθρωπο, που φορούσε μία μπλούζα με μερικές τρύπες, μπροστά από μία αποθήκη. Μάλλον στο πρόσωπό μου χαράχτηκε αυτή η καχυποψία και ξεκίνησε να μου δείχνει φωτογραφίες από όλα όσα μου είχε διηγηθεί μέχρι στιγμής.
Είχε μεγάλο ενδιαφέρον σα προσωπικότητα, αλλά ακόμα δεν είχα καταλάβει πως είχε τόσα βιβλία στη κατοχή του.
Μου ανέφερε πως τα μαζεύει 33 ολόκληρα χρόνια και πως αυτά που είχα μπροστά μου, δεν ήταν ούτε το 1/4 απ’ όσα είχε στις αποθήκες και το σπίτι του και πως όσα κι αν πουλάει, αμέσως αγοράζει άλλα. Όμως όχι ό,τι να ‘ναι. Τα βιβλία του είναι μοναδικά. Δεύτερο αντίτυπο δε πρόκειται να πάρεις απ’ τα χέρια του, γιατί πολύ απλά δεν έχει ούτε εκείνος, αλλά υπάρχει πιθανότητα να μην έχει και κανένας άλλος στον κόσμο. Ξέρω πως ακούγεται υπερβολικό, όμως έκατσα τουλάχιστον τρεις ώρες εκεί μαζί του για να σιγουρευτώ και η αλήθεια είναι πως δε θα είχα φύγει άμα δεν είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.
Με έπεισε όμως. Με έπεισε και για τη γνησιότητα των βιβλίων αυτών από τις υπογραφές και τις σφραγίδες που φέρανε και όχι μόνο, για το πόσο πολυταξιδεμένος είναι, αφού κάθε φορά που μας διέκοπτε κάποιος τουρίστας μπορούσε να καταλάβει από που είναι και να του μιλήσει στη γλώσσα του, αλλά κυρίως με έπεισε για το πόσο αγαπούσε καθένα από αυτά τα βιβλία ξεχωριστά, με το πόση προσοχή και ευλάβεια τα έπιανε και μου τα έδινε. Τα πιο παλιά, τα σήκωνε με προσοχή και φυσούσε τις σελίδες για να ανοίξουν από μόνες του, μη θέλοντας να τις κουράσει.
Τον ρώτησα αν μπορούσα να του πάρω μια συνέντευξη ή έστω αν μπορώ να γράψω κάτι για εκείνον, αλλά μου αρνήθηκε.
Όπως καταλάβατε, δε παίρνω και πολύ από λόγια, καθώς θεώρησα αδύνατο να μην αναφερθεί κάπου το όνομα αυτού του ανθρώπου (χωρίς το επίθετό του εφόσον δεν επιθυμεί), που με τόση προσήλωση έμεινε πιστός στα βιβλία του, τα οποία δε σου δίνει αν δε πιστεύει ότι σου ταιριάζει απόλυτα αυτό που θα διαλέξεις. Σε κοιτάει μες στα μάτια, σε αφουγκράζεται, σου κάνει ερωτήσεις και βρίσκει το κατάλληλο για σένα. Σαν ένας σομελιέ των μυθιστορημάτων, των ποιητών και των φιλοσόφων.
Αυτό είναι για μένα ο Γιάννης.
Κάποια στιγμή, άμα περάσει η ώρα, θα πάει να πάρει ένα ρούμι από το Buena Vista που είναι εκεί δίπλα και γυρνώντας θα φέρει ένα και για σένα και σαν “αντάλλαγμα” το μόνο που θα θέλει είναι να μιλάτε για βιβλία και για το πόσο άδικη, αλλά συνάμα πόσο όμορφη είναι η ζωή.
Στη πλατεία Αβησσυνίας σας περιμένει ένα βιβλίο για να σας αλλάξει τη ζωή και ένας Γιάννης για να δώσει λίγο χρώμα στη καθημερινότητά σας.