Ήταν αργά το βράδυ και είχα περπατήσει πολύ,σχεδόν σε όλα τα σοκάκια στο κέντρο της Μάλαγα, αλλά δεν είχα δει κάτι καινούργιο που να με ενθουσιάσει. Σκέφτηκα πως η πόλη τελικά είναι μικρή ή το GPS με κάνει κύκλους γύρω απ’ τα ίδια πράγματα ή απλώς οι προσδοκείες μου για εκείνη ήταν πολύ υψηλές.
Αποφάσισα να παρακούσω τις εντολές του ηλεκτρονικού διαόλου και να με αφήσω να χαθώ λίγο.
Η αλήθεια είναι πως περπάτησα πάλι αρκετά, αλλά οι δρόμοι δίπλα απ’ το λιμάνι, μου θύμησαν κάτι από Πειραιά και από άποψη όψης, αλλά και οσμής. Δε το έβαλα κάτω. Άλλωστε περίμενα πως και πως να περπατήσω στη γεννέτηρα του Pablo Alboran (αγαπημένος Ισπανός τραγουδιστής), του Πικάσο και άλλων πολλών.
Και σε ένα γύρισμα του κεφαλιού, το είδα.
Η πόρτα ήταν μικρή και ξύλινη και πιστεύω πως αν δεν υπήρχαν τόσες φωνές και γέλια, θα το είχα προσπεράσει. Μπήκα τόσο γρήγορα μέσα, λες και κάποιος μου έδωσε μια σπρωξιά.
Είδα παλιά βαρέλια στη σειρά, που το καθένα είχε πάνω του το όνομά του και τη τιμή του, γραμμένο με κιμωλία. Καθώς έμπαινα και χάζευα τον χώρο, σε μια προσπάθεια να καταλάβω που βρισκόμουν, χτύπησαν καμπανάκια.
Όχι, δεν είναι λογοτεχνική μεταφορά. Κυριολεκτικά χτύπησαν καμπανάκια, τα οποία κρατούσε ένας αδύνατος κύριος, γύρω στα 60. Το πήρα πάνω μου, πως κάπως έτσι υποδέχονται όποιον μπαίνει.
Ενός λεπτού σιγή, για το ψώνιο της Σοφίας.
Στη συνέχεια διαπίστωσα πως κάθε φορά που κάποιος άφηνε φιλοδώρημα, χτυπούσαν αυτά τα καμπανάκια και ο κόσμος ζητοκραύγαζε, πράγμα που το θεώρησα ευφυές σαν marketing, καθώς ήθελες να αφήνεις ξανά και ξανά χρήματα για να υπάρχει αυτό το αίσθημα γιορτής.
Η ενέργεια ήταν τόσο ισχυρή εκεί μέσα, όχι μόνο εξ αιτίας των ανθρώπων που δούλευαν, αλλά καταλάβαινες πως αυτό το μέρος έχει μακρά ιστορία και ο μανδύας της ξετυλίγονταν μπροστά μου.
«Τώρα μάλιστα. Εδώ είμαστε!», αναφώνησα.
Η ταμπέλα απ’ έξω έγραφε ANTIGUA CASA DE GUARDIA – FUNDADA EN 1840 – VINOS DE MALAGA.
Ο χρόνος , μόλις περάσεις εκείνη τη μικρή ξύλινη πόρτα,σταματάει.
Βρισκόμουν μέσα στο πιο παλιό μπαρ της Μάλαγα και το ανακάλυψα τυχαία!
Ένα μπαρ με πάνω από 180 χρόνια ιστορίας, το οποίο φτιάχτηκε το 1840 από τον D. Jose de Guardia, ενός caballero, κυρίου δηλαδή (κάτι σαν τίτλος τιμής), όπου αργότερα έγινε Κυβερνήτης της Σεγκόβια, μετά από πρόταση της Βασίλισσας Isabell II.
Αμέσως πλησίασα τη παλιά ξύλινη μπάρα και ζήτησα να πιω κάτι. Δε με ένοιαζε και πολύ τι, γιατί ήμουν σίγουρη πως ακόμα και η γεύση να μη με τρέλαινε σε μία πρώτη εκτίμηση, ήθελα απλώς να ζήσω εκείνη τη στιγμή.
Η μπάρα είχε πάνω της αρκετά σημεία με λακουβίτσες νερού. Ξύπνησε η σερβιτόρα μέσα μου και αναρωτήθηκα «μα καλά, γιατί δε τα σκουπίζουν;» και τότε είδα πως υπήρε παντού κιμωλία. Όλοι οι λογαρισμοί των πελατών, ήταν γραμμένοι με κιμωλία πάνω στη μπάρα και όταν έφευγε κάποιος, απλώς ακουμπούσαν λίγο το χέρι τους στο νερό, έσβηναν τον λογαριασμό και έγραφαν τον καινούργιο. Χαρτάκια δεν υπήρχαν πουθενά.Άραγε να βρίσκομαι ακόμα στο 2022;
Ο Pepe, ένας γλυκύτατος κύριος κι αυτός γύρω στα 60, πλησίασε και άνοιξε την κάνουλα από ένα βαρέλι που έγραφε “Pajarete 1908”. Μέσα στον χαμό του ζήτησα να μου πει δυο λόγια. Σχεδόν χωρίς να με κοιτάξει, απάντησε γρήγορα “Pedro Ximenez” και γύρισε να φύγει. Το χέρι μου από μόνο του πήγε στον ώμο του, σε μία προσπάθεια να τον σταματήσει.
Με αρκετό θάρρος και μέτρια Ισπανικά, του ζήτησα να πει κάτι παραπάνω, μιας και ασχολούμαι με το κρασί και έρχομαι από Ελλάδα. Μετά από τον μικρό μου λόγο, συστήθηκα.
“Me llamo Sofia”, είπα.
“Como la reina”, απάντησε.
Ναι, σαν τη βασίλισσα λέω και χαμογέλασα.
Δε το περίμενε να με ενδιαφέρει τόσο πολύ να μάθω το κάτι παραπάνω και φάνηκε στο βλέμμα του.
«Κρατάς ένα 100% Pedro Ximenez, 36 μήνες Crianza, σε αμερικάνικο βαρέλι». Ξαφνικά έκλεισε τα μάτια και συνέχισε να μου μιλάει, ενώ τα χέρια του πήγαιναν πέρα δώθε, λες και θέλαν να χορέψουν.
«Καταλαβαίνεις το άρωμα της σταφίδας, τις νότες βελανιδιάς, τους ξηρούς καρπούς τη φρεσκάδα που έχει, αλλά και το πικάντικο τελείωμα; Και αλκοόλ του βρίσκεται εκεί, 16% μόνο, για να σε πάρει αγκαλιά», είπε και ένιωσα να πίνει το κρασί, χωρίς καν να το γεύεται.
Τον ευχαρίστησα και θεώρησα πως θα το απολαύσω κάνοντας μιά βόλτα μέσα στο μαγαζί, όμως εκείνος μου έφερε και κάτι ακόμα να δοκιμάσω.
«Αφού έχεις το όνομα της βασίλισσας, πρέπει να πιείς και το αγαπημένο της κρασί», είπε.
Ήταν ένα Μοσχάτο Αλεξάνδρειας, το οποίο είχε μείνει επτά χρόνια σε αμερικάνικα δρύινα βαρέλια. Τώρα, όσοι με ξέρουν, ξέρουν ότι δε τα πάω καλά με τις μοσχατίζουσες ποικιλίες, αλλά αυτό κάτι είχε. Το άρωμά του φρέσκο πολύ, ζωντανό, με τόσο όσο οξειδωτικά αρώματα και γεύσεις, χωρίς και το κάνει να θυμίζει ξύδι. Πλούσιο και λίγο λιπαρό, σα να σου έλεγε «είμαι εδώ».
Αφού το δοκίμασα μου είπε «στην υγειά και των δύο σας».
Πρέπει να έκατσα για καμιά ώρα, ακουμπώντας πάνω στη ξύλινη μπάρα, με τα δύο μου ποτηράκια μπροστά και το ποσό των 3,10 ευρώ γραμμένο με κιμωλία μπροστά μου.
Έτσι κρατούσαν λογαριασμό για κάθε πελάτη.
Κάνοντας μια βόλτα, πρόσεξα κάτι μεγάλες ξύλινες βιτρίνες, που θα μπορούσες να τις περάσεις και για βιβλιοθήκες, όμως αντί για βιβλία, είχαν πολλές φιάλες από φρέσκα και παλαιωμένα κρασιά. Ήθελα να αγοράσω μία, μα ταξίδευα με χειραποσκευή.
Το βλέμμα μου όσο πήγαινε πιο ψηλά παρατήρησε κάτι πολύ παλιά μπουκάλια, μέσα στη σκόνη, με ετικέτες μισοσκισμένες και σε μία προσπάθεια να αποτρέψουν την περαιτέρω διάβρωση, τις είχαν ντύσει με μεμβράνη. Ρώτησα τον Pepe πόσο κάνει η μία.
Με κοίταξε και με ρώτησε πόσα εκατομμύρια έχω. Ομολογώ πως δε περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα, μου φάνηκε πολύ λογικό. Γέλασα και τον ευχαρίστησα για όλα με μια αγκαλιά.
Αυτή η τυχαία ανακάλυψη, μου άλλαξε το βράδυ και με έκανε να δίνω περισσότερη σημασία στις μικρές ξύλινες πόρτες που εμφανίζονται μπροστά μου, γιατί έχουν τη δύναμη να μετατραπούν σε μηχανές του χρόνου και να σε ταξιδέψουν όπου εκείνες θέλουν.
Εάν βρεθείτε ποτέ στη Μάλαγα και σας περισσεύουν 3,10 ευρώ, περάστε μία βόλτα από εκεί και πιείτε δύο ποτηράκια.
Όσο για μένα, πάω να φέρω μερικά εκατομμύρια και θα επιστρέψω.