stokelari

Αν η Σεβίλλη είχε άλλο όνομα, θα την έλεγαν Κάρμεν.

Ερωτική επιστολή #2

Την είδα για πρώτη φορά το βράδυ που με πήγε ο Νίκος να δω παραδοσιακό σεβιλιάνικο street flamenco, στη Calle Betis στη Τριάνα.
Όταν το βλέμμα μου έπεσε πάνω της αμέσως κατάλαβα ότι αυτή η γυναίκα είχε το κάτι ξεχωριστό στην αύρα της που σε τραβούσε. Η παρουσία της και μόνο γέμιζε ένα ολόκληρο δωμάτιο, είτε στεκόταν στο κέντρο του, είτε σε κάποια σκοτεινή γωνία.
Όμορφη πολύ, γύρω στα πενήντα, με μακιγιάζ που αναδείκνυε τα χαρακτηριστικά της και έκρυβε διακριτικά τις ρυτίδες της. Τα ρούχα της ήταν απλά, όμως διέγραφαν την καλοδιατηρημένη σιλουέτα της.
Ήταν μία γυναίκα με τα όλα της που λέμε, αλλά τίποτα από αυτό που έβλεπα δε μπορούσε να με προετοιμάσει για αυτό που θα βίωνα λίγο αργότερα.
Αφότου παρήγγειλα και δοκίμασα εκείνο το φανταστικό Tinto de Verano για πρώτη φορά, χαλάρωσα και παρακολουθούσα όλο τον κόσμο που ήταν μέσα στο μαγαζί, μαζί και εκείνη φυσικά.
Σηκώθηκε με αργές κινήσεις από τον καναπέ και κατάλαβα ότι έμπαινε σε έναν διαφορετικό ρόλο, από το πόσο πολύ άλλαξε η έκφραση του προσώπου της. Ταυτόχρονα, ακούστηκαν οι χορδές από μία ακουστική κιθάρα. Ντριιιιν…
Ο κόσμος σταμάτησε να μιλάει και αυτοί οι λίγοι που δε κατάλαβαν τι συνέβαινε, σταμάτησαν και εκείνοι έπειτα από μερικές παρατηρήσεις.

Εκείνες τις δύο μέρες στη Σεβίλλη, είχα περπατήσει σε κάθε σοκάκι, είχα δει κάθε κάστρο, πλατεία, συντριβάνι, μνημείο. Είχα εκτιμήσει πέραν του δέοντος κάθε σημείο της και είχα αφήσει την ομορφιά της να με συνεπάρει, όμως τίποτα δε με είχε συγκινήσει, ούτε καν η πανέμορφη Plaza de Espana, που έβλεπα ξανά και ξανά σε βίντεο και φωτογραφίες στο ίντερνετ και ονειρευόμουν καθώς τη περπατάω, να βλέπω χορευτές φλαμένκο να δίνουν και τη ψυχή τους για τους ελάχιστους που είχαν για κοινό μπροστά τους.
Τίποτα και κανείς δε με άγγιξε τόσο όσο εκείνη όταν ξεκίνησε να τραγουδάει.

Φωνή που σε καθήλωνε. Σταθερή, δυναμική, με γρέζι και πόνο. Καταλάβαινες ότι είχε πονέσει πολύ στη ζωή της. Στο έλεγε σε κάθε στίχο που τραγουδούσε.
Δεν έχει σημασία αν ήξερες τη γλώσσα της, αρκούσε μόνο να παρατηρήσεις τα σημεία που λύγιζε η φωνή της και χαμήλωνε το κεφάλι.

Τα μάτια μου άρχισαν να υγραίνονται και η ανάσα μου να γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Αυθόρμητα ρώτησα “Ποιά είναι αυτή;”, αλλά μόνο ο Νίκος μπορούσε να με καταλάβει.
“Δε ξέρω, αλλά μπορώ να μάθω αν θες”, είπε.
Ναι, ναι, χίλιες φορές ναι! Έπρεπε να μάθω ποιά είναι αυτή η γυναίκα, να μάθω το όνομά της, την ιστορία της, να την πάρω αγκαλιά και να της πω ένα ευχαριστώ για τα συναισθήματα που μου είχε δημιουργήσει.
Όσο τη κοιτούσα, τόσο πιο πολύ μεγάλωνε ο θαυμασμός μου σε κάθε στροφή που έκανε στο μαγικό ρυθμό του φλαμένκο, που όσο κι αν προσπάθησα, τα χέρια μου δε κατάφεραν ποτέ να συντονιστούν με τα δικά της.

Κάθε της κίνηση είχε στρατηγική ακρίβεια για να σου τραβήξει τη προσοχή και να σε μεταμορφώσει σε ένα ανήμπορο αγαλματίδιο, το οποίο ήταν ικανό απλώς να ανοιγοκλείσει τα μάτια του.

Το βλέμμα της όλο φωτιά, σα τις ζεστές μέρες τη πόλης, που τα πάντα λιώνουν στις θερμοκρασίες που είναι φημισμένη η Σεβίλλη. Η στάση του κορμιού της επιβλητική σα τον πύργο της Χιράλντα (Καθεδρικός ναός της Σεβίλλης που χτιζόταν από το 1401 έως το 1528), των 104 μέτρων.
Οι κινήσεις της αέρινες, σα το αεράκι που περνάει πάνω από τα νερά του Γουαδαλκιβίρ και σε δροσίζει όλες τις ώρες της μέρας.
Η φωνή της γλυκιά σα μέλι, σα μία paella melosa που σου ζεσταίνει τη καρδιά μετά από δύο μπουκιές σε μιά δύσκολη μέρα. Όσο για το χαμόγελό της, ήταν τόσο αληθινό, σα τους ανθρώπους της πόλης, που ήθελαν να σε χαιρετίσουν, να σε γνωρίσουν και να πιείτε μαζί ένα ποτήρι κρασί ως άγνωστοι που στο τέλος γίναν φίλοι.

Όσο περνούσε η ώρα, τόσο περισσότερα δάκρυα έτρεχαν απ’ τα μάτια μου και δε μπορούσα να καταλάβω πώς μια φωνή και μερικά λόγια πόνου και έρωτα, μπορούσαν να με κάνουν ένα ράκος και ταυτόχρονα να μου δώσουν τέτοια ελπίδα, σχεδόν λυτρωτική.
Σταμάτησε και βγήκε για τσιγάρο και σκέφτηκα πως ήταν μια καλή ευκαιρία να της μιλήσω, αλλά δε το έκανα. Είχα ένα κόμπο στο λαιμό και στο στομάχι που δε με άφηναν να ξεστομίσω ούτε το όνομά μου. Κάπου εκεί ζήτησα από το Νίκο να με βοηθήσει και να της μιλήσει εκείνος. Άλλωστε το μυαλό μου είχε σταματήσει και δε θυμόμουν ούτε λέξη στα ισπανικά.

“Πες της, πως τίποτα στη Σεβίλλη τίποτα δε κατάφερε να με συγκινήσει τόσο όσο εκείνη”.
Και το έκανε. Και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα, το ίδιο και τα χέρια της. Η κάθε μία για τους δικούς της λόγους, επέτρεψε αυτή η αγκαλιά να κρατήσει λίγο παραπάνω. Αυτά που είπαμε η μία στην άλλη, θα ήθελα να τα κρατήσω για μένα και να μη τα μοιραστώ μαζί σας. Μη μου θυμώνετε. Ξέρω ότι υποσχέθηκα να σας τα λέω όλα, όμως υπάρχουν κάποια μυστικά που προορίζονται μόνο για τον καθένα ξεχωριστά, σα ξόρκια – φυλακτά.

Μπήκαμε πάλι μέσα και μου αφιέρωσε το πρώτο τραγούδι που είπε, χαρίζοντάς μου αμέτρητα χαμόγελα ευγνωμοσύνης, τα οποία ανταπέδωσα.
Φεύγοντας, ζήτησα από κάποιον να μας βγάλει μία φωτογραφία. Ο φωτογράφος κακός, η στιγμή όμως ανεκτίμητη, αφού η γυναίκα αυτή μου έδειξε την αληθινή και ολοκληρωμένη πλευρά της Ανδαλουσίας.
Το όνομά της είναι Κάρμεν Νουνιέθ και είμαι σίγουρη, πως αν η Σεβίλλη είχε άλλο όνομα, τότε θα την έλεγαν Κάρμεν.
𝑫𝒆𝒂𝒓 𝑲𝒂𝒓𝒎𝒆𝒏, 𝒈𝒓𝒂𝒄𝒊𝒂𝒔!

             «Θυμάμαι μόνο τα συναισθήματα και ξεχνάω όλα τ’ άλλα».
– Αντόνιο Ματσάδο