stokelari

Η εστίαση στολίζεται με τις πλάτες των υπαλλήλων.

Οι μέρες αυτές είναι τυλιγμένες με χρυσόσκονη και στολίδια. Το κέντρο της Αθήνας είναι πολύ όμορφα στολισμένο όπως πάντα και κάθε βράδυ που τελειώνω από τη δουλειά μου περπατάω μέχρι το μετρό του Συντάγματος για να δω ξανά και ξανά τις φωτισμένες κολώνες και τα λαμπερά δέντρα.
Πρώτη φορά καταφέρνω και τα βλέπω τόσο συχνά και με τέτοια ηρεμία. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, έχω τη πολυτέλεια του χρόνου για να παρατηρήσω κάθε λεπτομέρεια σε κάθε στολίδι.

Έντεκα χρόνια στην εστίαση και ήρθε η ώρα κρεμάσω τα παπούτσια μου! Έντεκα Χριστούγεννα και έντεκα Πρωτοχρονιές και πιθανότατα έντεκα εκατομμύρια στολίδια και φωτάκια από τη ζωή μου που δεν είχα χρόνο και αντοχή για να τα κοιτάξω, να τα χορτάσω και να τα ζήσω έτσι όπως τα ζούνε οι περισσότεροι άνθρωποι, επειδή τα ατελείωτα ωράρια που εργαζόμουν, δε μου άφηναν περιθώρια.
Θα μου πεις πως μεσολάβησε και ένας covid, οπότε θα πρέπει να αφαιρέσω μία-δυό χρονιές, αλλά έζησε κανένας μας τίποτα τότε; Όχι. Άρα έχω δικαίωμα να τα βάλω και τα έντεκα.

Πόσες φορές και σε πόσα μαγαζιά δούλευα τις γιορτινές μέρες, τις όποιες γιορτινές μέρες μέσα στο χρόνο, μέχρι τις τέσσερις το πρωί, ύστερα πήγαινα στο σπίτι να φάω βραδινό(!), να κάνω μπάνιο, να κοιμηθώ και να σηκωθώ μετά από τρεις ώρες πάλι, για να ανοίξω ένα μαγαζί στις δέκα ή στις έντεκα το πρωί. Ναι, καλά διαβάσατε.
Εννοείται πως η λέξη υπερωρία ήταν άγνωστη ως προς την έννοια της για τους περισσότερους εργοδότες, άρα κάπως έτσι κατέληγα να εργάζομαι για τη ψυχή της μάνας μου, την οποία δε μπορούσα καν να δω εκείνες τις μέρες.

Δε με πείραζε ποτέ να δουλεύω παραπάνω. Δε τη φοβάμαι τη δουλειά, ούτε τις ευθύνες ή τις ανάγκες που την ακολουθούν, αυτό που με ενοχλούσε πάντα όμως ήταν πως θεωρούσαν υποχρέωση και καθήκον του εκάστοτε υπαλλήλου να “βάλει πλάτες” και να στηρίξει την επιχείρηση ανιδιοτελώς. Αυτές οι επιχειρήσεις συνήθως στην αρχή μιας συνέντευξης ξεκινούσαν με τη φράση “Εμείς εδώ είμαστε μία οικογένεια…” και θέλωντας και μη, το ένιωθες έτσι γιατί τους έβλεπες περισσότερο από τη πραγματική.

Και ξαφνικά οι οκτώ ώρες γινόντουσαν εννιά και δέκα και δώδεκα και ενίοτε δεκατέσσερις, για να μπουν αυτές οι ριμαδοπλάτες.
Στη χασούρα όλοι μαζί, αλλά στη νίκη μόνοι, γιατί όσοι έχουν περάσει από αυτόν τον κλάδο ξέρουν πολύ καλά πως τα σπασμένα είναι ευθύνη όλων, αλλά τα κέρδη αναλογούν σε λίγους.
Και κάπως έτσι είδα μανατζαρέους και διευθυντάδες να τρίβουν τα χέρια τους και να γελάνε κάθε φορά που πιάναμε τους οικονομικούς στόχους που έθεταν, χωρίς να καταλαβαίνω στην αρχή το γιατί και χωρίς να βγαίνει ούτε μία φορά απ’ το στόμα τους η λέξη αύξηση ή bonus.

Ήταν οι ίδιοι που μοίραζαν κάθε εβδομάδα τα λεγόμενα “τυχερά” σε μικρά δωμάτια με σπασμένες κάμερες, καθιστώντας αδύνατο να επιβεβαιώσεις τις υποψίες σου και εσύ συνέχιζες να ιδρώνεις καθημερινά και να κάνεις τον κλόουν πάνω από τα τραπέζια, βρέξει – χιονίσει, ευνοώντας τη δική τους τύχη περισσότερο από τη δική σου. Στις πολύ καλές μέρες, έβαζαν κάτι παραπάνω στο φακελάκι που σου έδιναν για να ρίξουν λίγη στάχτη στα μάτια, αλλά εσύ ήξερες…

Όλα αυτά τα χρόνια εξυπηρέτησα εκατομμύρια ανθρώπους, συνεργάστηκα με χιλιάδες, τσακώθηκα με εκατοντάδες και εκτίμησα καμιά δεκαριά. Ίσως και λιγότερους. Με τους τελευταίους μιλάω μέχρι και σήμερα.
Οι υψηλά ιστάμενοι με θεωρούσαν πάντα τη γλωσσού, την επαναστάτρια και το πνεύμα αντιλογίας. Ένας από αυτούς μάλιστα, σε μία από τις τελευταίες μου δουλειές, με φώναζε Κόκκινο Γαρύφαλλο. Ουδεμία σχέση έχω με αυτές τις πολιτικές πεποιθήσεις, απλώς με έπνιγε το άδικο και το παράλλογο, γι’ αυτό και μιλούσα.

Παράλογο για μένα είναι να σε “τιμωρούν” επειδή έκανες πέντε λεπτά παραπάνω διάλειμμα, ξεφτιλίζοντάς σε μέσα στη σάλα μπροστά σε όλους. Παράλογο είναι να φοβάσαι να αρρωστήσεις, γιατί θα σε κάνουν να νιώσεις πως φταίς και είναι λάθος. Παράλογο είναι να ζητάς ρεπό και να καταλήγεις να δουλεύεις εφταήμερο για παραδειγματισμό, επειδή δεν επιτρέπεται να ζητάς. Παράλογο είναι να σου κρατάνε τα τιπς, λέγοντάς σου πως το κάνουν επειδή μπορούν και δε μπορείς να αποδείξεις τίποτα μιας και είναι μαύρο χρήμα και αν το προσπαθήσεις έστω, έχουν τους καλύτερους δικηγόρους στην Ελλάδα.
Διόρθωση. Το τελευταίο δεν είναι παράλογο. Είναι αισχρό!

Αυτό βγήκε από το στόμα του ίδιου που με έλεγε Κόκκινο Γαρύφαλλο. Ο ίδιος μου έλεγε “Εγώ είμαι ο Νόμος εδώ μέσα” και, “Θα φύγεις όταν το πω εγώ”, έχοντας δουλέψει ήδη δώδεκα ώρες.
Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να τον αποκαλώ με το όνομα κάποιου δικτάτορα με αυτή τη συμπεριφορά.
Σερβιτόροι που γίναν μάνατζερ, ενώ θα έπρεπε να έχουν παραμείνει σερβιτόροι. Άνθρωποι που ξεχάσαν από που ξεκίνησαν και εκμεταλλεύτηκαν την εξουσία που τους δόθηκε, επειδή μέσα τους ένιωθαν μικροί. Επιχειρηματίες που περνούσαν από μπροστά σου και δε σε κοιτούσαν καν. Κοιτούσαν μόνο τα νούμερα που τους έφερνες.
Πόσα παραδείγματα μου έρχονται στο μυαλό από όλα αυτά τα χρόνια όση ώρα γράφω και πόσες αναμνήσεις που θα ήθελα να ξεχάσω…

Ναι, είναι δύσκολη και σκληρή η εστίαση. Από τα κεφάλια που προανέφερα, μέχρι τους απλούς πελάτες που βγάζουν όλο το άχτι και τα κόμπλεξ τους πάνω σου, τη στιγμή που ανέχεσαι τα πάντα για έναν μισθό με τρία ψηφία.

Αλλά δεν είναι όλα μαύρα και μάταια, αλλιώς θα ήμουν ανόητη να κάτσω τόσα χρόνια κάνοντας την ίδια δουλειά. Η κόλλα που ενώνει όλα τα σπασμένα είναι οι άνθρωποι.
Είναι τα παιδιά που γελούσαμε όλοι μαζί στα διαλείμματα, αλλά και μέσα στις βάρδιες, οι μπύρες και τα κρασιά που πίναμε μετά, το κουτσομπολιό και τα πειράγματα και η βοήθεια που προσφέραμε ο ένας στον άλλον, μέσα και έξω από τη δουλειά.
Είναι και εκείνοι οι λίγοι εργοδότες που δημιούργησαν μία πραγματικά οικογενειακή ατμόσφαιρα, ανοίγοντας κυριολεκτικά τα σπίτια τους για αξέχαστα τραπέζια, με συμβουλές και μιά αγκαλιά για κάθε φορά που πιεζόμουν ή με έβλεπαν να κλαίω.

Για αυτό βάζουμε εκείνες τις γαμωπλάτες όποτε μας το ζητάνε. Για τους ανθρώπους!
Όχι για τις επιχειρήσεις. Γιατί αν αρνηθείς εσύ, κάποιος άλλος θα μείνει πίσω και θα το περάσει μόνος του και δε μου το επιτρέπει η συνείδησή μου.
Όλα αυτά τα χρόνια της καριέρας μου έχω ένα και μόνο μότο.
“Ποτέ μη κάνεις κάτι πιο γρήγορα ή πιο εύκολα εις βάρος κάποιου άλλου”.
Ευχαριστώ όλους όσους δούλεψαν με αυτή τη νοοτροπία δίπλα μου. Ήσασταν υπέροχοι και υπέροχες!

Εάν είσαι ένας απλός πελάτης και διαβάζεις αυτό το κείμενο, προσπάθησε να είσαι όσο πιο ευγενικός και χαμογελαστός μπορείς στα μαγαζιά που πηγαίνεις, όχι μόνο τις γιορτές, αλλά όλες τις μέρες του χρόνου, γιατί τα προβλήματα αυτά είναι δυστυχώς all time season thing. Η ανταμοιβή σου θα είναι ένα υπέροχο σέρβις και ίσως μιά όμορφη φιλία.

Εάν είσαι υπάλληλος, δώσε σεβασμό και αλληλεγγύη στον διπλανό σου. Έχετε περισσότερα κοινά απ’ όσα πιστεύεις. Οι ανησυχίες, το άγχος, τα νεύρα είναι σε όλους ίδια. Μοιραστείτε καλύτερα τα γέλια και τα ποτά.

Αν πάλι είσαι εργοδότης ή υπεύθυνος σε κάποιο μαγαζί, να θυμάσαι πως το μαγαζί σου το κάνουν να δουλεύει οι υπάλληλοί σου. Κράτα τους χαρούμενους και ξεκούραστους και θα εισπράξεις πολλά περισσότερα, όχι μόνο σε υλικό επίπεδο.

Όσα για μένα, αυτό είναι το αντίο μου (ίσως για την ώρα) στη πολυτάραχη και γεμάτη μαθήματα ζωή της εστίασης. Από δω και πέρα θα υπηρετώ το αγαπημένο μου κρασί από άλλη σκοπιά, η οποία θέλω να πιστεύω πως θα μου προσφέρει περισσότερη ηρεμία και χρόνο για τη προσωπική μου ζωή, πράγμα που δεν είχα μέχρι σήμερα. Μεγάλωσα, έπαθα και έμαθα. Έμαθα να εκτιμώ.

Είναι ωραία τα στολίδια στους δρόμους. Είναι ωραίοι και οι άνθρωποι γύρω μου.

Καλή χρονιά!