Κάλιο αργά παρά ποτέ, λέει μία παροιμία και παρ’ όλο που έχουν περάσει δέκα ημέρες περίπου, δε θα ήθελα να αφήσω αυτή την εμπειρία χωρίς να έχει αποτυπωθεί πάνω στο πληκτρολόγιο μου, εξαιτίας του άναρχου προγράμματος μου.
Είχα ενημερωθεί από τα social media πως θα ερχόντουσαν στην Ελλάδα οι ιδρυτές του Gut Oggau από την Αυστρία, ενός οινοποιείου το οποίο άνοιξε τις πόρτες του το 2007 και μέχρι σήμερα έχει καταφέρει να αποκτήσει πολλούς θαυμαστές, μαζί κι εμένα.
Είχα ήδη κανονίσει πριν από καιρό με τη Μελίνα Αντωνοπούλου, την ιδιοκτήτρια της εταιρείας Dameli Wines που εισάγει το συγκεκριμένο οινοποιείο, αλλά και πολλά ακόμα, ένα tasting με ένα άλλο από τη Γεωργία, το Ori Marani, μιάς και οι ίδιοι οι παραγωγοί θα πετούσαν μέχρι τη χώρα μας το ίδιο διάστημα. Δε κατάλαβα όμως πως οι ημερομηνίες θα ήταν τόσο κοντινές και όταν λέω κοντινές, δεν αναφέρομαι σε μέρες, αλλά σε ώρες.
Με χαρά δέχτηκα τη πρόκληση της να δειπνήσω με τους παραγωγούς και των δύο οινοποιείων λίγες μέρες αργότερα, με την ελπίδα να καταφέρω να αποσπάσω μερικές πληροφορίες για τη δουλειά τους και την ολιστική ιδεολογία τους για τη φύση και τη ζωή, αφού και οι δύο εξασκούν βιοδυναμικές τεχνικές για την παραγωγή των κρασιών τους.
Έτσι, ετοιμάστηκα και “κατηφόρησα” προς το νέο talk of the town, Gallina, του Φίλιππου Τσαγκρίδη, το οποίο δεν είχα επισκεφτεί μέχρι τότε.
Μπαίνοντας, η Μελίνα και o Eduard με τη Stephanie Tscheppe από το οινοποιείο Gut Oggau βρίσκονταν ήδη στο τραπέζι. Μόλις με είδαν σηκώθηκαν να με χαιρετήσουν με μια ζεστή αγκαλιά, λες και με ήξεραν.
Μέχρι να έρθουν και οι υπόλοιποι της παρέας, το βράδυ μας ξεκίνησε με ένα Bourgogne Aligoté του 2019 από Domaine Sylvain Pataille. Το γεμάτο σώμα του, τα αρώματα από μέλι, λεμόνι και τα ζουμερά φρούτα, ταίριαξαν υπέροχα με μερικά τυριά (ειδικά με το κατσικίσιο chevre) και αλλαντικά, προσεκτικά διαλεγμένα από τη κουζίνα του Gallina, πλάι από το ζυμωτό ψωμί τους.

Περίπου εκείνη την ώρα κατέφθασαν και ο Bastien Warskotte με τη γυναίκα του Nino Gvantseladze από το οινοποιείο Ori Marani, οι οποίοι παρότι εμφανώς κουρασμένοι από τη πτήση τους, δε σταμάτησαν στιγμή να χαμογελάνε.
Τα πιάτα διαδέχονταν το ένα μετά το άλλο ξεπερνώντας τις προσδοκίες μας, όμως το pairing με τα κρασιά που ανοίξαμε έκαναν την όλη εμπειρία ακόμα καλύτερη.
O Eduard και η Stephanie γνωρίστηκαν σε ένα wine tasting πριν από είκοσι περίπου χρόνια, στο οποίο η Stephanie βαριόταν να πάει εξ’ αρχής και λένε πως ερωτεύτηκαν αμοιβαία και κεραυνοβόλα από τα πρώτα κι όλας λεπτά που ξεκίνησαν να μιλάνε. Ο Eduard όμως είχε ένα μικρό προβάδισμα, μιάς και την είχε δει νωρίτερα σε περιοδικά, όπου μιλούσε για το εστιατόριο με Michelin αστέρια της οικογένειας της, με την ίδια μάλιστα να ασκεί το επάγγελμα του σεφ για μερικά χρόνια. Πλέον, δε μαγειρεύει ούτε στο σπίτι της. “Ο Eduard είναι ο καλύτερος μάγειρας που θα μπορούσαμε να έχουμε”, μου είπε.
Oggau είναι το όνομα της περιοχής που μένουν και gut σημαίνει καλό. Ήθελαν ένα ουδέτερο όνομα για το εγχείρημα τους, αφού και οι δύο προέρχονταν από γνωστές οικογένειες, οπότε θέλησαν να μειώσουν το βάρος στις πλάτες τους. Η δουλειά τους βασίζεται στις ανάγκες της Μητέρας Γης και τη μεγαλοψυχία του σύμπαντος όπως ανέφεραν. Η ζωή τους όλη έχει αυτόν τον τρόπο σκέψης, τον οποίο έχουν περάσει και στα παιδιά τους φυσικά, δηλαδή να δίνεις από τη καρδιά σου όσα περισσότερα μπορείς και να παίρνεις μόνο όσα χρειάζεσαι.
Έτσι έφτιαξαν και το επόμενο κρασί που άνοιξαν. Η Stephanie με κοίταξε και μου είπε πως αυτό που επρόκειτο να πιούμε είναι πολύ σπάνιο.


Το Eugenie είναι ένα λευκό κρασί από minimum δέκα διαφορετικές ποικιλίες, υβρίδια οι περισσότερες, οι οποίες φτιάχτηκαν από τον Eduard σε εργαστήρι, με την προϋπόθεση να αντέχουν στις καιρικές συνθήκες της περιοχής. Τα εικοσιτέσσερα εκτάρια που αναλογούν σε αυτή την ετικέτα, μεταφράζονται σε 40 με 50 χιλιάδες φιάλες το χρόνο. Αρκετά μικρό νούμερο για μια τέτοια έκταση. Μέσα σ’ αυτά τα εκτάρια δεν υπάρχουν μόνο αμπέλια, αλλά έφτιαξαν ένα δικό τους μικρό κήπο της Εδέμ, που εμπεριέχει πάνω από πενήντα δέντρα, φρούτα, λαχανικά, μυρωδικά, λουλούδια και με τα άλογα να κάνουν ελεύθερα τη βόλτα τους εκεί μέσα.
Κάθε κρασί τους έχει το πρόσωπο ενός ανθρώπου πάνω και ως περιγραφή τον χαρακτήρα του, αλλά και όλα όσα πρεσβεύει. Τα πρόσωπα δεν είναι υπαρκτά, αλλά θέλησαν να δώσουν μια πιο ανθρωπόμορφη εκδοχή στο κάθε στυλ που παρήγαγαν. Το Eugenie έχει ένα απαλό χρυσό χρώμα και πλημμυρίζει με αρώματα εσπεριδοειδών και λευκών λουλουδιών το ποτήρι σου. Στον ουρανίσκο, προσφέρει μια δροσερή γεύση πράσινου μήλου, που ξεχειλίζει από χαρακτήρα, αλλά και μία λιπαρότητα που συνδυάστηκε υπέροχα με τα δύο επόμενα πιάτα που κατέκτησαν τη δεύτερη και τρίτη θέση και στις πέντε αισθήσεις μου.
Αναφέρομαι στα ψητά χτένια με κουνουπίδι, beurre blanc και χαβιάρι και το αγαπημένο πιάτο με τη ψητή σελινόριζα, αυγολέμονο και μαύρη τρούφα. Μου τρέχουν και πάλι τα σάλια.
Περίπου 3.120χλμ πιο ανατολικά από την οινοπαραγωγική περιοχή των Gut Oggau, ο Bastien και η Nino αποφάσισαν να φτιάξουν τη δική τους ιστορία αγάπης όπου πρωταγωνιστές θα ήταν οι ίδιοι και το κρασί.
Γνωρίστηκαν στη Σλοβακία. Εκείνος γάλλος παραγωγός από τη Σαμπάνια που δεν ήξερε λέξη στα γεωργιανά και εκείνη ένα κορίτσι από τη Γεωργία με σπουδές πάνω στο managment που αντίστοιχα δεν ήξερε λέξη στα γαλλικά. Τα αγγλικά έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη γνωριμία τους και έτσι ο Bastien έγινε ερωτικός μετανάστης στο Igoeti της Γεωργίας, στην οινοπαραγωγική περιοχή του Kartli.
Ξεκίνησαν μαζί αυτό το boutique οινοποιείο, όπου Ori Marani σημαίνει “Δύο Κελάρια” στη γλώσσα της Nino. Άνοιξαν τις πόρτες τους το 2017, έχοντας στο μυαλό τους τη γεωργιανή φιλοσοφία για τη παραγωγή οίνου, αλλά και τις κλασσικές μεθόδους οινοποίησης από τον υπόλοιπο κόσμο.
«Η πιο σημαντική πτυχή για ό,τι κάνουμε είναι να είμαστε αυθεντικοί και τα κρασιά να έχουν την αίσθηση του τόπου», λέει ο Bastien.
Όσα κρασιά τους δοκίμασα είχαν τεράστιο ενδιαφέρον και δεν ήταν κάθολου “δύσκολα”, όπως αρκετά από τα βιοδυναμικά και φυσικά κρασιά που συναντάμε. Αυτό το θετικό το είχαν και τα δύο οινοποιεία για την ακρίβεια.
Ένα απ’ τα αγαπημένα μου κρασιά των Ori Marani ήταν το Nita (έτσι λένε την ανηψιά της Nino), ένα ερυθρό κρασί, το οποίο ήταν ακριβώς αυτό το πάντρεμα για το οποίο είχε μιλήσει νωρίτερα ο Bastien. 60% Saperavi και 40% Cabernet Sauvignon, τα οποία το 70% παλαίωσε σε παλιά βαρέλια και το 30% σε qvevri (μεγάλα πήλινα δοχεία που μπαίνουν μέσα στη γη για τη παλαίωση και διατήρηση του κρασιού. Αρχαία τεχνική από τη Γεωργία).
Μία γηγενής και μία διεθνής ποικιλία σε απόλυτη αρμονία.
Οι αμπελώνες φυτεύτηκαν στις αρχές του 1990 και βρίσκονται στο χωριό Khashmi στα 700μ. σε ασβεστολιθικό έδαφος. Ο τρύγος γίνεται χειρονακτικά.

Το Nita ήταν πικάντικο με πολλά φρούτα, όπως κεράσια και άγριες φράουλες στον ουρανίσκο όπου παντρεύεται με νότες γλυκόριζας. Είχε ωραίο και μακρύ φινίρισμα που υποστηρίζεται από λείες τανίνες, πράγμα που το κατέστησε αντάξιο συμπέκτη του τελευταίου πιάτου, το οποίο κέρδισε τη πρώτη θέση.
Αναφέρομαι στο ολόκληρο κοτόπουλο, μέσα σε beurre blanc, λάδι μαϊντανού, τρούφα και ρύζι στο πλάι.
TIP: κάντε στην άκρη το κοτόπουλο, ρίξ’τε το ρύζι μέσα στη σάλτσα και ανακατέψτε καλά. Σίγουρα θα ζητήσετε και μία μερίδα για το σπίτι!
Επειδή ξέρω πως το περασμένο καλοκαίρι ήταν μαρτυρικό για πολλούς παραγωγούς λόγω της υπερβολικής ζέστης, αλλά και της τεράστιας ποσότητας βροχοπτώσεων προς το τέλος του, μου γεννήθηκε η ανάγκη να ρωτήσω για το πως πήγε η χρονιά και των δύο παραγωγών.
Η απάντηση δε με ξάφνιασε καθόλου. Τα πράγματα για τον Eduard και τη Stephanie ήταν λίγο καλύτερα από ότι ήταν για τους άλλους δύο. Η Nino όμως μου είπε πως, ό,τι πρόβλημα μπορούσαν να συνταντήσουν, το συνάντησαν. Βοτρύτη, περονόσπορο, υπερβολικό αέρα, υπερβολική βροχή και πολλά ακόμα. Το δυσάρεστο και το πιο στενάχωρο, είναι πως έχασαν το 90% της παραγωγής τους. Με το ζόρι κατάφεραν να μαζέψουν τρεις τόνους, με αγορά και από άλλους παραγωγούς φυσικά.
Ρώτησα εάν τον επόμενο χρόνο θα αυξήσουν τις τιμές, αλλά ο Bastien με ενημέρωσε πως εκεί δεν είναι Γαλλία, οπότε δε μπορούν να παίζουν με την αυξομείωση των τιμών, γιατί θα χάσουν αρκετό από το κοινό τους. Δε παραπονέθηκαν καθόλου όμως, συνέχισαν να είναι το ίδιο χαμογελαστοί όπως όταν πρωτομπήκαν στο μαγαζί.
Το βράδυ μας έκλεισε με πολύ γέλιο και το βάσκικο cheesecake με χαβιάρι που όλοι μιλάνε (και) γι’ αυτό.

Πόσο όμορφο να γνωρίζεις τόσο διαφορετικούς ανθρώπους, από διάφορα μήκη και πλάτη της γης, με άλλες κουλτούρες και καθημερινές συνήθειες, αλλά με τέτοιο σεβασμό προς όλο το κόσμο και τόσες ομοιότητες στον πυρήνα μας. Εάν βρεθούν τα κρασιά των Gut Oggau ή των Ori Marani στο δρόμο σας, δοκιμάστε τα. Εάν βρεθούν οι ίδιοι στο δρόμο σας, πιείτε τα μαζί τους. Οι ιστορίες και οι άνθρωποι δίνουν άλλη γεύση στις στιγμές.
Stephanie, Nino, Eduard και Bastien, ήταν χαρά μου!
Σε ευχαριστώ Μελίνα! Σε ευχαριστώ και εσένα Gallina.