Οι στροφές όλο και αυξάνονταν μέχρι να φτάσουμε στο οινοποιείο Mas Doix (Μας Ντόις).
Ο δρόμος ήταν μονίμως ανοδικός κάνοντας τη πίεση στα αυτιά μου να χτυπάει κόκκινο.
Από το χωριό Gratallops, όπου και μέναμε, μας πήρε περίπου 45 λεπτά για να φτάσουμε στο υψηλότερο και ψυχρότερο σημείο του Priorat που είχαμε αγγίξει μέχρι στιγμής.
Το έδαφος licorella* μας ήταν ξεκάθαρο. Παντού υπήρχαν κομμένοι βράχοι, που μαρτυρούσαν τη σύνθεσή και την ιδιαιτερότητά του.
Η δημιουργία του Mas Doix ξεκίνησε το 1998 από τους Valentin και Ramon Llagostera. Ο πρώτος εργαζόταν για χρόνια στον οικονομικό τομέα, ενώ ο δεύτερος ένας εξαίρετος αρχιτέκτονας. Το είδαμε με τα μάτια μας, αφού το οινοποιείο ήταν δικό του δημιούργημα. Η επιτομή του minimal και του design. Σαν ένα σπίτι φυτεμένο στη πιο άγρια, αλλά πανέμορφη περιοχή, που είχε χτιστεί αποκλειστικά από πέτρες που έβγαλαν κατά τη περίοδο των εκσκαφών, οι οποίες όταν έρχονται σε επαφή με το οξυγόνο και οξειδώνονται αποκτούν ένα υπέροχο κεχριμπαρένιο χρώμα. Στο εσωτερικό επικρατεί η απόλυτη ηρεμία και συμμετρία. Τα μεγάλα παράθυρα επιτρέπουν στις ακτίνες του ηλίου να φωτίσουν κάθε γωνιά.
Είχαμε τη χαρά και τη τιμή να μας κάνει τη ξενάγηση ο ίδιος ο Valentin και χωρίς καθυστέρηση μας πήγε να δούμε πως δουλεύουν. Για άλλη μια φορά είδαμε αρκετές ανοξείδωτες και ξύλινες δεξαμενές και φυσικά μεγάλα «αυγά»** που σχεδόν όλοι οι παραγωγοί της περιοχής χρησιμοποιούν.
Αυτή τη περίοδο όλα τα οινοποιεία ξεκουράζονται. Δεν υπάρχει αναστάτωση, θόρυβος και λερωμένα πατώματα από τις ανθοκυάνες που έχουν ξεβάψει πάνω τους. Τα κρασιά είναι όλα στη θέση τους και κάπου εδώ ταιριάζει τέλεια το ρητό «εσύ κοιμάσαι και η τύχη σου δουλεύει». Έτσι κι αυτά, κοιμούνται μέσα σε δεξαμενές και βαρέλια, αλλά ταυτόχρονα δουλεύουν.
Συνέχεια είχε η γευσιγνωσία σε ένα πανέμορφο δωμάτιο που είχαμε τα βουνά του Priorat στα πόδια μας.
Δοκιμάσαμε το Les Crestes του 2021, όπου πήρε το όνομά του από το βουνό απέναντι και έχει δύο κόκορες ζωγραφισμένους, ως μετάφραση του ονόματος. Σε όλα τα κρασιά θα βρούμε blend από από 80% Garnacha*** , 10% Carignan και 10% Syrah. Το τελευταίο σε πολύ μικρά ποσοστά φυσικά. Υπερίσχυε το κόκκινο φρούτο, με βελούδινες τανίνες, μακρά επίγευση από γλυκά μπαχαρικά και μαύρο πιπέρι, ενώ η οξύτητα ήταν αρκετά υψηλή. Πολύ νεαρό φυσικά, με δυνατότητες παλαίωσης πέντε με επτά έτη.
Σειρά είχε το Solonques του 2019 και με χαρά μας άνοιξε και του 2002 για να δούμε τις διαφορές. Σε ποσοστά είχαν 65% Garnacha, 25% Carignan και 10% Syrah, από αμπέλια 60-80 ετών και παραμονή για 12 μήνες σε γαλλικά δρύινα βαρέλια.
Το πρώτο ήταν ένα εξαιρετικό παράδειγμα για τη περιοχή. Τα ώριμα κόκκινα φρούτα ήταν έντονα και ο πιπεράτος χαρακτήρας ήταν παρών, μαζί με αρκετό κάρδαμο και άλλα μπαχαρικά. Το καταλάβαινες πλήρως μετά από λίγο, αφότου είχε ανοίξει μέσα στο στόμα.
Στο δεύτερο, το φρούτο είχε «πέσει» και έβγαζε έντονα κάποια earthy χαρακτηριστικά, αφήνοντας το Carignan να δείξει τις ικανότητές του στη παλαίωση. Μαριναρισμένο κόκκινο κρέας, μανιτάρι, ντομάτα, ήταν λίγα από τα αρώματα και κρίναμε πως ανοίχτηκε στη κατάλληλη ηλικία.
Ο Valentin μας εξέπληξε φέρνοντας τρεις χρονιές από τη πασίγνωστη ετικέτα Mas Doix. 2018 λοιπόν, 2014 και 2002.
Σε αυτό το σημείο να αναφέρω πως το tasting περιλάμβανε αρχικά μόνο τρεις ετικέτες από φρέσκιες χρονιές, αλλά σύντομα κατάλαβε τι τρέλα και πάθος κουβαλάμε, γι’ αυτό και μας έκανε μερικά «δώρα».
Από αμπέλια ηλικίας 80-100 ετών, με 45% Garnacha, 55% Carignan και 14 μήνες βαρέλι αυτή τη φορά, το Carignan είχε πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού από τη χρονιά του 2018 κι όλας, το κόκκινο φρούτο ήταν λιγότερο έντονο και τα γήινα χαρακτηριστικά του υπερίσχυαν, μαζί με το μαύρο πιπέρι και τις ρωμαλέες τανίνες.
Του 2014 ήταν ένα κόσμημα για μένα προσωπικά. Παρέμενε πολύ φρέσκο, με μεγάλες δυνατότητες παλαίωσης, αλλά το φρούτο και η δομή του είχαν περισσότερη συμπύκνωση και πολυπλοκότητα.
Του 2002 ήταν για αρκετή ώρα στο ποτήρι, όμως χρειαζόταν περισσότερη επαφή με οξυγόνο για να «ανοίξει». Σχεδόν κεραμιδί στο χρώμα, με αρώματα από κυνήγι, μαρμελαδιασμένο κόκκινο φρούτο, οξειδωτικά αρώματα και πολύ μαλακές τανίνες. Ίσως και να το προλάβαμε στο τσακ…
Κάπου εκεί ο Valentin σταμάτησε και είπε, «Carignan is the earth and Grenache is the sky».
Είχε δίκιο. Το γήινο του Carignan το νιώθεις να κυλάει στα πόδια σου και να σε τραβάει πιο κοντά στη γη, ενώ η φρεσκάδα και η τσαχπινιά του Grenache σε ανεβάζει ψηλά.
Γι’ αυτό μας έφερε το 1902 Tossal D’ En Bou του 2019 που είναι 100% Carignan και το 1902
Coma De Cases, με 100% Garnacha, για να δούμε τις διαφορές.
Και τα δύο είναι tribute wines στη χρονιά που φυτεύτηκαν τα πρώτα αμπέλια του κτήματος.
Πριν τα δοκιμάσουμε όμως, μας ζητήθηκε να πάρουμε μια βαθιά ανάσα, να κοιτάξουμε τη πανέμορφη θέα που είχαμε έξω από το παράθυρό μας και είπε:
«Wine is about emotion, music is about emotion».
Αυτό που συνέβη στη συνέχεια, δε το περίμενα.
To be continued…
*Licorella ονομάζεται η σύνθεση του εδάφους στη περιοχή του Priorat, γνωστό στα αγγλικά και ως black slate.
**Αυγά, ονομάζονται ορισμένες τσιμεντένιες δεξαμενές για τη φύλαξη και παλαίωση του κρασιού, οι οποίες έχουν κυριολεκτικά σχήμα αυγού, πραγματοποιώντας μία κυκλική ανάδευση του λόγω του σχήματος τους.
***Η γνωστή ποικιλία Grenache στα ισπανικά λέγεται και Garnacha.