Πριν από κάποιες μέρες παρευρέθηκα στην ετήσια έκθεση της Pure Spirit, μιας γνωστής εταιρείας εισαγωγής κρασιού, κατά βάση γαλλικού αμπελώνα. Πάντα με εκπλήσουν με τις επιλογές των κρασιών που φέρνουν, οπότε δεν ήθελα με τίποτα να το χάσω, αφού ήξερα πως θα δοκιμάσω πολλά και ιδιαίτερα κρασιά που δε θα μπορούσα να τα βρω κάπου αλλού. Κι έτσι κι έγινε. Δοκίμασα τις δημιουργίες παραγωγών που δε γνώριζα καν, αλλά και άλλων που γνωρίζω πολύ καλά και θαυμάζω πολύ τη δουλειά τους. Δε το έχω αναφέρει ποτέ, αλλά τους θεωρώ κάτι σαν ροκ σταρ. Δηλαδή, μου είναι πολύ δύσκολο ορισμένες φορές να τους πλησιάσω και να τους μιλήσω, γιατί ντρέπομαι και δε θέλω να ενοχλήσω, πράγμα που να είστε σίγουροι δε θα μου συνέβαινε με πολλούς χολιγουντιανούς σταρ.
Παίρνω βαθιά ανάσα και λέω μονομιάς πως εντυπωσιάστηκα με τα κρασιά του Chateaux Coutet και την εξέλιξή τους, βρήκα πολύ φιλικό το χαμόγελο του Matthias Orsett το ίδιο και το Pinot Noir Cuvee Damia του 2022, επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά η αγάπη μου για το Selene του Sylvere Trichard, είμαι σίγουρη πως θα βάλω στη λίστα του μαγαζιού το Muscadet των Fred & Claire Niger από Domaine de l ‘ Ecu, συγκινήθηκα με την ετικέτα του Domaine Guillot – Broux που απεικόνιζε τις πέντε γενιές της οικογένειας, γέλασα πολύ με τη Monica και τον Philipe Pacalet την ώρα που απολάμβανα τα μυθικά κρασιά τους και άφησα τον Lafarge (δυστυχώς όχι τον ίδιο) να τινάξει τα μυαλά μου στον αέρα με τη σοδειά του 2009 που ήταν διαθέσιμη για λίγους και καλούς.
Αλλά ένας μόνο τύπος με έκανε να κάτσω περίπου μία ώρα στο τραπέζι μαζί του, ξεκινώντας συζήτηση για τα κρασιά που φτιάχνει, αλλά καταλήγοντας να παίρνω μαθήματα ζωής μέσα από όλα αυτά που μου έλεγε. Αυτόν τον τύπο τον λένε Fabrice Domercq.
Με ενημέρωσαν ότι έχει φυσικά κρασιά και για να πω την αλήθεια το κατάλαβα αμέσως από την ετικέτα. Ήταν πολύ απλή, σε λευκό φόντο με το όνομα του οινοποιείου Ormiale πάνω πάνω και από κάτω όλες τις πληροφορίες του κρασιού, από τον χειρονακτικό τρύγο μέχρι το πόσες φιάλες έχουν παραχθεί. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, σκέφτηκα να καθίσω για λίγα μόνο λεπτά μαζί του, μιας και ακριβώς δίπλα του καθόταν ο Adrien Beaulieu από το Chateaux Coutet που ήθελα πολύ να τον γνωρίσω, αλλά κάποιοι άλλοι τον απασχολούσαν για την ώρα.
Ο Fabrice μου έβαζε το ένα κρασί μετά το άλλο και μου τα εξηγούσε. Πιστή στις σημειώσεις μου, ήθελα να τα γράψω όλα ακόμα κι αν κάποιο δε μου άρεσε και τόσο, αλλά πάντα καταγράφω τα γευστικά χαρακτηριστικά για να θυμάμαι. Η συζήτηση πήγε στην Ελλάδα και πόσο την αγαπάει, τόσο που αν θυμάμαι καλά είπε πως έχει ένα μικρό σπίτι στην Ύδρα, στο οποίο φτάνεις μόνο με τα πόδια, αφού πρώτα έχεις περπατήσει μία ώρα. Είναι τρελός ο άνθρωπος, σκέφτηκα, αλλά ας τα πάρουμε απ’ την αρχή…
Το καθόλου μακρινό 2007 αποφασίζουν ένας Γάλλος καλλιτέχνης και ένας Άγγλος σχεδιαστής να ανοίξουν ένα μικρό οινοποιείο σε ένα κτήμα στην οινοπαραγωγική περιοχή Entre-Deux-Mers νότια του St.Emillon. Η ιστορία ξεκινάει λίγα χρόνια πίσω, όταν η μητέρα του Fabrice έψαχνε να βρει ένα σπίτι στην εξοχή για να περνάει τις ημέρες των διακοπών της εκεί. Στην αναζήτηση της έπεσε πάνω σε ένα αγρόκτημα στο Μπορντώ που δίπλα του είχε ένα μικρό οινοποιείο. Γύρω διέθετε μερικά οικόπεδα με αμπέλια, τα οποία μέχρι τότε χρησιμοποιούνταν από τον συνεταιρισμό της περιοχής. Αυτός ο απλός συνδυασμός πραγμάτων ήταν αρκετός για να κινήσουν την περιέργεια του και αργότερα ανακοινώνει πως θα ξεκινήσει να φτιάχνει κρασί!
Με τη βοήθεια του καλού του φίλου Jasper Morrison, ξεκινάνε να στήνουν το τρελό αυτό project με φυσικά κρασιά στο Μπορντώ. Όσο για το όνομα, Ormiale, είναι μία συρραφή των ονομάτων των παιδιών του Fabrice και της συντρόφου του Caroline, Igor, Mailo, Alexandre και Achile.
Ξεκίνησε κάτι μικρό μιάς και δεν είχε πολλά χρήματα, αλλά ακόμα κι αν είχε, πάλι θα ξεκινούσε κάτι μικρό, είπε. Και όταν λέμε μικρό, εννοούμε 0,6 εκτάρια. Ο τρύγος γίνεται χειρονακτικά, όπου 25 άτομα χρειάζονται για να ολοκληρωθεί, από τις εφτά το πρωί έως τις εφτά το βράδυ για δύο συνεχόμενες ημέρες. “Πλέον με τη τεχνολογία που υπάρχει μπορεί να γίνει το αντίστοιχο μέσα σε είκοσι λεπτά από δύο και μόνο άτομα, αλλά αυτοί είμαστε. Εικοσιπέντε άτομα σε δύο μέρες”, ανέφερε.
“Παίζει” με ανοξείδωτες δεξαμενές, νταμιτζάνες, οινοποίηση χωρίς θειώδη, αλλά με ελεγχόμενη ζύμωση και παλάιωση. Τα κρασιά του έχουν βάθος και πολυπλοκότητα, φρεσκάδα και ένα βελούδινο τελείωμα.
Το υπέροχο με τον Fabrice είναι πως δεν είχε καμία σχέση πιο πριν με όλα αυτά. Ήταν καλλιτέχνης, πιο συγκεκριμένα ζωγράφος και αυτό μου δημιουργεί το ερώτημα, πως και δεν έβαλε στην ετικέτα κάποιο δικό του έργο; Δυστυχώς δε το σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή να το ρωτήσω, αλλά με τα όσα μου είπε αργότερα μπορώ να καταλάβω το γιατί και μόνη μου. Δε θέλει καθόλου να τραβάει τη προσοχή και του αρέσουν λίγα και απλά πράγματα, χωρίς να είναι “ντυμένα” με φασαρία. Άλλωστε αυτόν τον τρόπο ζωής ακολουθάει.
Χωρίς γνώσεις ή σπουδές πάνω στην οινολογία και την αμπελοκαλλιέργεια, άρχισε να βάζει τα χέρια του βαθιά μέσα στη γη. Εκεί δε κρατήθηκα και ρώτησα πως είναι δυνατόν να φτιάχνεις ένα οινοποιείο χωρίς να έχεις την παραμικρή τριβή πιο πριν;
“If you are sensitive and full of passion, you can study in the making”, απάντησε. Θυμάμαι πως κάτι άγγιξε μέσα μου και χαμογέλασα, αρπάζοντας ταυτόχρονα το στυλό να σημειώσω αυτή τη πρόταση μη τυχόν και τη ξεχάσω.
Ευαισθησία και πάθος χρειάζεται λοιπόν για να επιτρέψεις στη διαδικασία να σε διδάξει, πράγμα το οποίο το λες και λυτρωτικό, για μένα τουλάχιστον που θεωρώ πως πρέπει να είσαι ειδήμων σε κάτι για να το επιχειρήσεις. Ειδάλλως νομίζω πως θα εκτεθώ ανεπανόρθωτα και η υστεροφημία μου θα πληγωνόταν σε βάθος.
“We need exceptional wines and only crazy people as poets can do that”, συνέχισε λέγοντας, τη στιγμή που εγώ έμεινα να κοιτάω τα γαλάζια μάτια του, μαζί και τις ρυτίδες που τα αγκάλιαζαν, σκεπτόμενη πως αρχίζω να ερωτεύομαι τον τρόπο που σκέφτεται αυτός ο άγνωστος που κάθεται απέναντι μου. Αν εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο δε ταυτίστηκες έστω και λίγο με αυτές τις δύο προαναφερθείσες αλήθειες, στη θέση σου θα άρχιζα να ανησυχώ για την ευαισθησία, τη τρέλα ή την ανάγκη σου για την ύπαρξη του πάθους και της ποίησης. Όλα τροφές για την επιβίωση της ψυχής μας, αλλά τόσο δυσεύρετα στις μέρες μας κατά τη ταπεινή μου άποψη…
Το μάτι μου έπεσε πάνω σε μία φιάλη που είχε μέσα στον πάγο και από το σχήμα της κατάλαβα ότι ήταν αφρώδες. Η ετικέτα έγραφε “James” και φυσικά ρώτησα αν αυτός ο James είναι υπαρκτό πρόσωπο. Αμέσως δημιουργήθηκε ένα γλυκόπικρο χαμόγελο στα χείλη του. “Αφού ρωτάς…”, είπε. Ο James ήταν ένας πολύ καλός του φίλος που τον έχασε πριν από 14 χρόνια. Δε μου άρεσε η “γκρι” εκδοχή του Fabrice που κατέκλεισε το πρόσωπό του, προτιμούσα τη πιο πρόσχαρη και ομιλητική, γι’ αυτό και δε ρώτησα κάτι παραπάνω.
Το κρασί είχε ένα όμορφο ροζ-πορτοκαλί χρώμα, από Merlot, Cabernet Sauvignon και Malbec, με αρώματα φουντουκιού, αποξηραμένης φλούδας πορτοκαλιού και ροδοπέταλα. Θα μπορούσες να το πεις και ένα Pet-Nat για beginners, μιας και η φυσαλίδα του δεν ήταν τόσο έντονη.
Στο πρόσωπό μου είδε πως κάποια από τα κρασιά του δεν ήταν του γούστου μου, αλλά ζήτησα συγγνώμη και ήμουν απόλυτα ειλικρινής λέγοντας πως τα φυσικά κρασιά δεν είναι και η αχίλλειος πτέρνα μου. Κάπως έτσι η συζήτηση πήγε στο τι καταναλώνει ο κόσμος και πως νευριάζω όταν μου ζητάνε εμπορικά κρασιά που είναι πιθανό να τα βρουν και στο μπακάλικο της γειτονιάς. Πραγματικά το έχω βάλει σκοπό ζωής να ενημερώνω τον κόσμο για το κρασί, ανοίγοντας τους νέους γευστικούς ορίζοντες και με πιάνει φαγούρα σε κάθε σημείο του σώματός μου όταν ο εκάστοτε πελάτης φοράει παρωπίδες, αγνοώντας κάθε πρόταση μου.
“Don’t filter your wine. Filter your customer.”, συμπλήρωσε με χαμόγελο. Τόσες μέρες μετά και ακόμα επεξεργάζομαι αυτή τη συμβουλή. Από τη μία ο εγωισμός και από την άλλη ο ρομαντισμός για αυτό το επάγγελμα με τραβάνε προς αντίθετες κατευθύνσεις. Σε κάθε θέμα που ανοίγαμε προς συζήτηση, μου έδινε τις πιο απλές, αλλά καθόλου αυτονόητες απαντήσεις και παραδόξως ένιωθα πως άκουγα πράγματα για πρώτη φορά. Τόσο πολύ είχα ξεχάσει.
Είχα ξεχάσει πόσο πολύπλοκα κάνουμε τα πράγματα εμείς οι ίδιοι, ενώ η πραγματικότητα μπορεί να είναι πολύ πιο απλή. Ότι δε χρειάζεσαι πολλά για να ξεκινήσεις κάτι νέο που θα γεμίσει τη ψυχή σου, παρά 0,6 εκτάρια θάρρους αρκούν.
Πως αν έχεις υπάρξει καλλιτέχνης μία φορά στη ζωή σου, ό,τι κι αν κάνεις, αυτή η ιδιότητα παραμένει κολλημένη πάνω σου και μεταμορφώνει σε κάτι μαγικό κάθε τι κοινότυπο και απλό, κάνοντας μέχρι και αθάνατους τους ανθρώπους που έχεις αγαπήσει, έστω με το να βάλεις το όνομα τους πάνω σε μία φιάλη.
Πως αυτό που σε ξυπνάει απότομα, που σε ταράζει, που σε παρηγορεί, που καθρεφτίζει όσα δε θες να δεις, αυτό που δεν απαντάει, αλλά ρωτάει ευθέως, αυτό είναι τέχνη. Και το κρασί για μένα είναι ακριβώς αυτό. ‘Ολα αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν μέσα μου όταν γνωρίζω τους ανθρώπους και τις ιστορίες τους που βρίσκονται πίσω από κάθε μου ποτήρι.
Ο Fabrice μου θύμισε πως όλοι μπορούμε να γίνουμε καλλιτέχνες αν τολμήσουμε να βγούμε έξω από τη ζώνη ασφαλείας μας με πυξίδα το συναίσθημα μας. Μου θύμισε πως το κρασί δεν είναι ένα μπουκάλι στα ράφια μιας κάβας ή στο κελάρι ενός εστιατορίου, αλλά μία μικρή χρονομηχανή προς τις δυσκολίες, τα όνειρα, τα γέλια, τα δάκρυα, τις ανησυχίες και τις χαρές ενός συνόλου ανθρώπων που κάποτε αφιέρωσαν μέρες και νύχτες από τη ζωή τους για να μαζεύουν μία μία τις ρώγες από ένα αμπέλι.
Δε κατάφερα να μιλήσω ποτέ στον Adrien Beaulieu από το Chateaux Coutet. Αφιέρωσα όλο το διαθέσιμο χρόνο μου σε αυτόν τον περίεργο Γάλλο με τα γαλάζια μάτια που σκέφτομαι μέχρι και σήμερα. Πριν φύγω τον ρώτησα “Μα γιατί φτιάχνεις φυσικά κρασιά;”
“Δε θέλω να πεθάνω πριν να είναι κάτι στο κατάλληλο σημείο για να το απολαύσω”, απάντησε.
